ρουλό

το
βλ. ρολό.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρουλό — το βλ. ρολό, το …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρολό — και ρουλό, το, Ν 1. καθετί που είναι τυλιγμένο σε κυλινδρική μορφή (α. «ένα ρολό χαρτί» β. «ρολό με κιμά») 2. στον πληθ. τα ρολά εξωτερικό φύλλο πόρτας ή παραθύρου, από μεταλλικά ή πλαστικά ελάσματα, που τυλίγεται κυλινδρικά 3. φρ. «κατέβασε τα… …   Dictionary of Greek

  • ρολό, το — και ορθότ. ρουλό, το (λ. γαλλ.) 1. κάθε πράγμα που έχει κυλινδρικό σχήμα. 2. εξωτερικό φύλλο πόρτας ή παράθυρου που μαζεύει και γίνεται κύλινδρος: Τα παράθυρα των περισσότερων σπιτιών σήμερα δεν έχουν παντζούρια, αλλά ρουλά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.